υπερκορής

υπερκορής
-ές, ΜΑ
υπέρκορος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ-* + -κορής (< κόρος [Ι] «πλησμονή»), πρβλ. προσ-κορής].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ὑπερκορής — over full masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερκορῆ — ὑπερκορής over full neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὑπερκορής over full masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὑπερκορής over full masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερκορές — ὑπερκορής over full masc/fem voc sg ὑπερκορής over full neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερκορεῖς — ὑπερκορέννυμι over fill fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ὑπερκορής over full masc/fem acc pl ὑπερκορής over full masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”